Το κρατικό παραπέτασμα καπνού & η ποινικοποίηση

0

Του Αλέξανδρου Σχισμένου

Η πρόσφατη αυστηροποίηση του Αντικαπνιστικού Νόμου από την κυβέρνηση της ΝΔ υποτίθεται πως αποσκοπεί στη βελτίωση της δημόσιας υγείας. Ο τρόπος εφαρμογής του μέτρου, με υψηλά πρόστιμα αλλά και την παροχή τηλεφώνου ανώνυμων καταγγελιών, του διαβόητου 1142, μας κάνει εξαιρετικά καχύποπτους απέναντι στις προθέσεις της κυβέρνησης.

Μπορούμε να δούμε τον Νόμο από πολλές πλευρές, αλλά αν μείνουμε απλώς στην βλαπτικότητα του καπνού, ίσως χάσουμε την ταμπακιέρα, δηλαδή τον πυρήνα του θέματος. Που δεν είναι μονάχα τι ποινικοποιείται, αλλά ποιος και πώς το ποινικοποιεί.

Καταρχάς, η κυβέρνηση μας δίνει την ευκαιρία να αναρωτηθούμε τι είναι πιο εθιστικό και βλαβερό για τη δημόσια υγεία: το κάπνισμα ή η ρουφιανιά; Την πρώτη ημέρα που άνοιξε η γραμμή ανώνυμων καταγγελιών 347 ρουφιάνοι πήραν το 1142. Δημιουργείται άνωθεν μία κουλτούρα ανώνυμης καταγγελίας, η οποία διασπά τους κοινωνικούς δεσμούς, καθιστά το κράτος πάτρωνα της κοινωνικής συνύπαρξης και διαβρώνει το πεδίο της κοινωνικής εμπιστοσύνης προς όφελος της κρατικής αυθεντίας, καθιστώντας τους πολίτες άμισθους πληροφοριοδότες και συνενόχους της Αστυνομίας.

Την ίδια στιγμή, η Philip Morris, ο πολυεθνικός τιτάνας της καπνοβιομηχανίας ελέγχει τις καπνοπαραγωγικές περιοχές της χώρας, από την Αιτωλοακαρνανία έως τη Μακεδονία, καταστρέφοντας τους ανεξάρτητους παραγωγούς και τις μικρής κλίμακας καλλιέργειες προς όφελος των μεγάλων γαιοκτημόνων και της ίδιας της εταιρείας.

Ενώ στον Βόλο, τα φουγάρα των εγκαταστάσεων καύσης σκουπιδιών καπνίζουν ασταμάτητα, καταστρέφοντας την ατμόσφαιρα της πόλης, στην οποία ένα κίνημα πολιτών έχει ξεσηκωθεί, αντιμέτωπο με τις δυνάμεις καταστολής του κράτους. Άραγε μπορούμε να καταγγείλουμε στο 1142 τις εγκαταστάσεις καύσης σκουπιδιών του Βόλου; Ασφαλώς όχι.

Είναι η δημόσια υγεία η μέριμνα της κυβέρνησης; Κατά τη γνώμη μου, όχι. Είναι η ενίσχυση του κρατικού ελέγχου στον δημόσιο βίο, η ενίσχυση των κρατικών εσόδων από τα πρόστιμα και, κυρίως, η επέκταση της κατασταλτικής λογικής στην καθημερινότητα των πολιτών. Το ίδιο ισχύει με την απαγόρευση ουσιών όπως η κάνναβη, της οποίας οι θεραπευτικές, ιατρικές αλλά και αγροτικές, κλωστικές ιδιότητες ήταν γνωστές παραδοσιακά στους εγχώριους πληθυσμούς, όπως αποδεικνύει και η ύπαρξη συντεχνιών επεξεργασίας της στην Πελοπόννησο έως τη δεκαετία του 1930.

Μήπως όμως όλα τα παραπάνω είναι απλοϊκές δημοκρατικές ευαισθησίες και οι πολιτικές της ποινικοποίησης και απαγόρευσης ουσιών έχουν πράγματι αποτελέσματα ωφέλιμα για τη δημόσια υγεία;

Ας δούμε μία σύντομη αναφορά για τις πραγματικές επιπτώσεις της πολιτικής μήτρας όλων των σύγχρονων απαγορεύσεων ουσιών, της Ποτοαπαγόρευσης (Prohibition) στις Η.Π.Α., στο πλαίσιο της οποίας ακολούθησε και η απαγόρευση της κάνναβης, που, στην Ελλάδα, επιβλήθηκε από τη δικτατορία του Μεταξά το 1936. Το παρακάτω σημείωμα προέρχεται από μια συντηρητική αμερικάνικη ιστοσελίδα οικονομικών δεδομένων:

«O John Adams έπινε, για τα δεδομένα της εποχής του, με μέτρο. Ξεκινούσε κάθε πρωί με ένα μεγάλο ποτήρι (pint) μηλίτη για να ξυπνήσει πριν πάει στη δουλειά. Για να μην μείνει πίσω, ο James Mandison έπινε μια πίντα ουίσκι κάθε μέρα. Τον 19ο αιώνα, το αλκοόλ αποτελούσε ένα σύνηθες μέρος της αμερικανικής ζωής. Οι επιχειρηματίες τηρούσαν την “ενδεκάτη”, κάνοντας διάλειμμα για μια καθημερινή γύρα ποτών στις 11:00 π.μ. Μέχρι το 1830, η κατά κεφαλήν κατανάλωση αλκοόλ είχε φθάσει στο υψηλότερο ποσοστό όλων των εποχών: 3.9 γαλόνια.

Αυτή η αύξηση της κατανάλωσης αλκοόλ ερχόταν σε αντίθεση με τους ανεπίσημους κοινωνικούς ελέγχους σε μια εποχή που η μέθη ήταν ηθικά απαράδεκτη. Αυτές τις απόψεις εξέφραζαν τα λόγια του Increase Mather, ενός διάσημου Πουριτανού ιερέα του 18ου αιώνα:

“Το ποτό είναι από μόνο του ένα καλό πλάσμα του Θεού και πρέπει να το δεχτούμε με ευγνωμοσύνη, αλλά η κατάχρηση του ποτού προέρχεται από τον Σατανά. το κρασί έρχεται από το Θεό, αλλά ο μεθυσμένος είναι του Διαβόλου”.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1800 δημιουργήθηκε ένα ισχυρό κίνημα εγκράτειας και απαγόρευσης. Οι πολιτείες άρχισαν να απαγορεύουν την πώληση ποτού. Στις αρχές της δεκαετίας του 1900, οι οπαδοί της ποτοαπαγόρευσης αύξησαν τις προσπάθειές τους ασκώντας πιέσεις στο Κογκρέσο για να θέσουν μια ομοσπονδιακή απαγόρευση του αλκοόλ.

Από το 1920 έως το 1933, η 18η τροποποίηση του Συντάγματος κατέστησε παράνομη τη μεταφορά, την παραγωγή και την πώληση αλκοόλ. Πιθανώς, η φιλοδοξία αυτού του «Μεγάλου Πειράματος» ήταν να προσφέρει στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα πιο ήρεμο και πιο ηθικό μέλλον.

Η αρχή φάνηκε πολλά υποσχόμενη – το 1921, η ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωση αλκοόλ έπεσε κατά περίπου 75%, στα 0,2 γαλόνια από 0,8 γαλόνια το 1919. Ωστόσο, μέχρι το 1929, η κατά κεφαλήν κατανάλωση αλκοόλ αυξήθηκε σταθερά στα 1,3 γαλόνια. Με άλλα λόγια, μέσα σε λίγα χρόνια από την επικύρωση της 18ης τροποποίησης, η κατανάλωση αλκοόλ επέστρεψε στα επίπεδα πριν από την απαγόρευση.

Σήμερα, η ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωση οινοπνεύματος στις ΗΠΑ είναι 9,4 λίτρα ή 2,5 γαλόνια. Είναι σημαντικό να σημειωθεί, ωστόσο, ότι τα τρέχοντα επίπεδα κατανάλωσης ούτε καν πλησιάζουν τα 3.9 γαλόνια που καταναλώνονταν κατά κεφαλήν το 1830.

Όπως ανέφεραν πολλοί μελετητές, η Ποτοαπαγόρευση οδήγησε σε απρόσμενες συνέπειες που συνοψίζονται καλύτερα στην έκφραση «ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις». Στο βιβλίο της Organised Crime, Mafia, and Governments, για παράδειγμα, η οικονομολόγος Annelise Anderson γράφει:

‘Η απαγόρευση έδωσε σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη των οργανώσεων της μαφίας. Η απαγόρευση δημιούργησε τις δυνατότητες για μια σημαντική παράνομη αγορά οινοπνεύματος και είναι στα χρόνια της απαγόρευσης όπου στην Αμερική μπορεί να εντοπιστεί η ανάπτυξη του εύρους και της δύναμης των μαφιών της’.

Μια άλλη, πιθανώς μη ακούσια, συνέπεια της Ποτοαπαγόρευσης ήταν η αύξηση των ποσοστών των φυλακισμένων στην Αμερική. Όπως τόνισε ο οικονομολόγος Mark Thornton στο άρθρο του Alcohol Prohibition Was a Failure:

‘Πριν από την απαγόρευση, υπήρχαν 4.000 ομοσπονδιακοί κατάδικοι, από τους οποίους λιγότεροι από 3.000 βρίσκονταν σε ομοσπονδιακές φυλακές. Μέχρι το 1932 ο αριθμός των ομοσπονδιακών κρατουμένων είχε αυξηθεί κατά 561%, σε 26.589, και ο πληθυσμός των ομοσπονδιακών φυλακών είχε αυξηθεί κατά 366%. Ο αριθμός των ατόμων που καταδικάστηκαν για παραβιάσεις του νόμου της ποτοαπαγόρευσης αυξήθηκε κατά 1.000 % μεταξύ 1925 και 1930, και οι μισοί από όσους φυλακίστηκαν το 1930 είχαν καταδικαστεί για τέτοιες παραβιάσεις. Τα δύο τρίτα όλων των ανθρώπων που φυλακίστηκαν το 1930 είχαν καταδικαστεί για εγκλήματα που σχετίζονται με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά και το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 75% των παραβατών αν συμπεριληφθούν και άλλες εμπορικές απαγορεύσεις’.

Η ανάλυση των συνεπειών της Ποτοαπαγόρευσης – και η συνάφειά τους με την ποινικοποίηση της μαριχουάνας και τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών – είναι ένα δύσκολο έργο με πολλά περιθώρια για συζήτηση. Τελικά, όμως, η Ποτοαπαγόρευση καταργήθηκε το 1933 μέσω της 21ης ​​Τροποποίησης, χωρίς να έχει προκαλέσει μείωση των ποσοστών κατανάλωσης.»[i]

Τα παραπάνω στοιχεία, μαζί με όλες τις ταινίες με γκάνγκστερ του αμερικάνικου κινηματογράφου, επιβεβαιώνουν τη θέση μου πως η απαγόρευση δεν αφορά διόλου τη δημόσια υγεία. Μάλλον η δημόσια υγεία είναι απλώς το φτηνό συμπλήρωμα δικαίωσης της κατασταλτικής πολιτικής του κράτους. Μέλλει να δούμε ποιες θα είναι οι συνέπειες του αντικαπνιστικού νόμου, πέρα από τα έσοδα του κράτους και την επέκταση της νοοτροπίας της ανώνυμης καταγγελίας.

Ασφαλώς το κάπνισμα είναι μια εξαιρετικά εθιστική και βλαβερή συνήθεια. Είναι ακόμη ένα προϊόν της αποικιοκρατίας, που βοήθησε τις αμερικάνικες αποικίες της Μεγάλης Βρετανίας να γίνουν οικονομικά ανεξάρτητες εις βάρος των γηγενών κοινοτήτων, μετατρέποντας το αμερινδιάνικο τελετουργικό φυτό του καπνού σε εμπορικό προϊόν ευρείας κατανάλωσης. Η αντιμετώπιση του όμως προϋποθέτει τη σύγκρουση με τα κυρίαρχα συμφέροντα, την κοινωνική διαβούλευση, τη δημιουργία μιας παιδείας αλληλοσεβασμού και αυτονομίας, την αντιμετώπιση των κοινωνικών αιτιών της εξάπλωσης της συνήθειας. Μα είναι αλήθεια ο καπνός που ενοχλεί το κράτος το οποίο ενισχύει τις πολυεθνικές της καπνοβιομηχανίας;

Δεν είναι λοιπόν το ουσιαστικό ζήτημα μόνο η ουσία που απαγορεύεται, αλλά και ο τρόπος που αποφασίζεται η απαγόρευση. Και στις κοινότητες των Ζαπατίστας απαγορεύεται το αλκοόλ. Ήταν απόφαση των κοινοτήτων, διότι το αλκοόλ ήταν εργαλείο εξαθλίωσης και κοινωνικής καταστροφής, απόφαση η οποία πάρθηκε σε ανοιχτές αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις με ισότιμη συμμετοχή των ατόμων. Αυτή η απόφαση, αυτός ο νόμος, προϊόν συλλογικής διαβούλευσης, θεσπισμένος με διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας, αλληλοσεβασμού, ισηγορίας και ισοτιμίας, κατανοητός μέσω της παιδείας, γίνεται σεβαστός χωρίς παραβιάσεις ή παραβατικά κυκλώματα. Διότι είναι η απόφαση μιας αυτοκυβερνώμενης θέσμισης, δηλαδή στηρίζεται στην πειθώ και την κατανόηση, όχι στην τιμωρία και την καταστολή. Μα αυτή είναι τεράστια διαφορά.

Συνεπώς, το ερώτημα είναι το εξής: Σε ποια κοινωνία αποφασίζει το κράτος πού θα καπνίσουμε, μέχρι πότε θα ακούσουμε μουσική, πού θα μείνουμε και πότε θα βγούμε στο δρόμο; Μα φυσικά, σε μια ανήλικη κοινωνία… Και μια ανήλικη κοινωνία είναι μια κοινωνία με πάτρωνες, προστάτες και, φυσικά, εγκληματικά δίκτυα συνδιαλλαγής με τις επίσημες αρχές. Μια βόλτα στα κατεχόμενα Εξάρχεια, όπου η πρέζα παρέχεται υπό την προστασία των δυνάμεων καταστολής ενώ η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική από τα δακρυγόνα, αρκεί για να δείξει την πραγματικότητα πίσω από το παραπέτασμα καπνού.

[i] https://priceonomics.com/did-prohibition-reduce-drinking/

Αφήστε ένα σχόλιο

13 + seventeen =