Serge Quadruppani: Τα Κίτρινα Γιλέκα & η Ανάγκη να πάρουμε πάλι τον Χρόνο μας

0

Serge Quadruppani
Γάλλος ριζοσπάστης, συγγραφέας και μεταφραστής

Απ’ την οπτική που μας ενδιαφέρει, δηλαδή απ’ την οπτική της αντικαπιταλιστικής κριτικής, το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων αποτελεί ένα ιδιαίτερης σημασίας γεγονός: η εμφάνισή του αιφνιδίασε τους πάντες, τους κοινούς ανθρώπους και τους εξειδικευμένους στον στοχασμό. Μπορούμε, φυσικά, να ερμηνεύσουμε τις αντικειμενικές αιτίες του -μια υπόθεση φορολόγησης καυσίμων-, να το εντάξουμε με έναν λίγο ή πολύ πειστικό τρόπο σε μια ιστορική γενεαλογία, να ερευνήσουμε και να επιχειρηματολογήσουμε σχετικά με την κοινωνική του σύνθεση, ωστόσο κάτι τέτοιο θα παραμείνει μια εκ των υστέρων ερμηνεία και ουδείς μπορεί να ισχυριστεί ότι το είχε προβλέψει.

Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, αλλά ποια είναι αυτή; Για να απαντήσουμε, θα προσπαθήσουμε, πρώτα απ’ όλα, να το τοποθετήσουμε στην ευρύτερη χρονικότητα των κοινωνικών αγώνων στον γαλλικό (και συνεπώς παγκόσμιο) καπιταλισμό απ’ το 1968 και έπειτα.

Ο μακρονισμός είναι μια προσπάθεια ολοκλήρωσης της αναγκαστικής πορείας υιοθέτησης, από τη γαλλική κοινωνία, των υπερφιλελεύθερων προτύπων, ο θατσερισμός της οποίας επιβραδυνόταν διαρκώς στη Γαλλία λόγω του φαντάσματος του Μάη του ’68. Εκείνο το κίνημα ανυπακοής της κοινωνίας, παρά τις αφηγήσεις των κλαψιάρηδων που μόνο ένα άνοιγμα νέων αγορών κατανάλωσης βλέπουν, είχε κάποια θετικά αποτελέσματα με τις συμφωνίες της Γκρενέλ και την αποχώρηση του Ντε Γκωλ έναν χρόνο αργότερα. Ακόμη κι αν στη συνέχεια τα πραγματικά οφέλη της συμφωνίας χάθηκαν και ο στρατηγός αντικαταστάθηκε από εξίσου επιβλαβείς πολιτικούς, τόσο ο λαός όσο και οι κυβερνώντες είχαν επίγνωση ότι, κατεβαίνοντας στον δρόμο, το κράτος μπορεί να κλωνιστεί και να αντικρουστούν τα σχέδιά του.

Ενάντια στον νόμο ‘Devaquet’ το 1986, ενάντια στη σύμβαση επαγγελματικής ένταξης το 1994, ενάντια στη μεταρρύθμιση των ειδικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων το 1995, ενάντια στη συμφωνία μεταξύ του συνδικάτου CFDT και των εργοδοτών για την κατάργηση του ταμείου ανεργίας το 1997-1998, ενάντια στη Σύμβαση Πρώτης Εργασίας (CPE) το 2006: πολλά κινήματα κατάφεραν την οπισθοχώρηση διαδοχικών κυβερνήσεων. Το 2008, όμως, το κίνημα ενάντια στη μεταρρύθμιση των συντάξεων, παρά τις μαζικές διαδηλώσεις και τα μπλοκαρίσματα γύρω από τα οποία συγκεντρώνονταν φοιτητές, επισφαλείς εργαζόμενοι και εργάτες, κατέληξε σε ήττα. Η φράση του Σαρκοζί «Ο Μάης του ’68 έλαβε τέλος» στόχευε στην πραγμάτωση της εξάλειψης του φαντάσματος. Το ανανεωμένο πνεύμα πάλης που έκανε την εμφάνισή του στον αγώνα ενάντια στον εργασιακό νόμο δεν απέτρεψε την ήττα, που ενορχηστρώθηκε με τη βοήθεια των κεντρικών γραφείων των συνδικάτων.

Μόνο ο αγώνας της ZAD στην Νοτρ Νταμ ντε Λαντ στέφθηκε με νίκη (πικρή σίγουρα, αλλά νίκη πάραυτα): εάν σήμερα δεν υπάρχει αεροδρόμιο, όλοι ξέρουν ότι αυτό οφείλεται στη συνεργασία των ετερογενών αντιπάλων του αεροδρομίου από τη μία, κι από την άλλη στην άμεση και θαρραλέα αντιπαράθεση με την αστυνομία. Όσο μακρινά κι αν είναι αυτά, απ’ όσα εμφανώς απασχολούν τα Κίτρινα Γιλέκα, τα επεισόδια της εν λόγω πάλης έδωσαν ένα μάθημα που δεν πήγε χαμένο.

Εάν σήμερα, 40 χρόνια μετά την ανάδυση του ρηγκανο-θατσερικού μοντέλου, η νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση δεν έχει εντελώς ολοκληρωθεί, παρά τη φανατική στήριξη από τους επιφυλλιδοκράτες και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, το χρωστάμε στη «γαλλική καθυστέρηση», στην «απεργοκουλτούρα» που κάνει τον Μακρόν να επεμβαίνει σε μια στιγμή όπου η κατάσταση έχει παγκοσμίως αλλάξει: μετά την κρίση του 2008, και τα τραύματά της, και σε μια εποχή γεωστρατηγικού χάους, ο Μακρόν δεν μπορεί να στηρίζεται, σε αντίθεση με τη Θάτσερ, σε υποσχέσεις λαϊκής συμμετοχής, ούτε να ελπίζει σε μια έκρηξη πατριωτικού ζήλου με την εμπλοκή στις υπο-σαχάριες επιχειρήσεις, αντίστοιχη με τον πατριωτισμό που προκάλεσε ο πόλεμος των Νήσων Φώκλαντ.[1] Ακόμα και η πάλη ενάντια στην τρομοκρατία ή τον αντισημιτισμό μόνο εφήμερα και μόνο για ένα συγκεκριμένο τμήμα του πληθυσμού λειτουργούν ως φορείς ιερής συμμαχίας.

Η κατανόηση του νοήματος του γεγονότος «Κίτρινα Γιλέκα» προϋποθέτει το ξεπέρασμα των τρόπων ανάλυσης που εδώ και κάποιες δεκαετίες έχουν αποδειχθεί ακατάλληλοι ως προς την κατανόηση της πραγματικότητας και που, εν προκειμένω, είναι μη-λειτουργικοί.

Για εμένα, που προέρχομαι απ’ αυτό το κοινωνικό περιβάλλον, το να πάω να ακούσω τι λένε για το κίνημα ομάδες και άτομα μιας ακρο-αριστεράς, προερχόμενης από τη μαρξιστική κριτική του λενινισμού, ήταν μια εμπειρία ενδιαφέρουσα και καταθλιπτική: πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις (συγκεκριμένα, το περιοδικό Temps Critiques), είχα την εντύπωση ότι ήμουν σ’ ένα γηροκομείο της σκέψης με στρεβλές συνήθειες. Ο ένας έχει περάσει τη ζωή του καταγράφοντας και την παραμικρή απεργία προκειμένου να αποδείξει ότι υπάρχει μία μόνο αγωνιζόμενη τάξη στον κόσμο και επιμένει «ότι δεν έγινε και τίποτα τρομερό», ενώ πρόκειται για ένα κίνημα που ήδη μετά από 3 μήνες ζωής έχει απλωθεί σ’ ολόκληρη τη Γαλλία, έχει επηρεάσει δραστικά την οικονομική και κοινωνική ζωή και το οποίο, για πρώτη φορά μετά την Κομμούνα, έκανε τις καλές γειτονιές να φλέγονται. Ο άλλος απεφάνθει αμέσως: μα αυτό δεν είναι προλεταριάτο, άρα δεν μπορεί να νικήσει το Κεφάλαιο -και έπειτα επινοεί την κοινωνική σύνθεση του κινήματος: πρόκειται για την «τάξη της πλαισίωσης». Μία άλλη ομάδα έχει αποφασίσει ότι το κίνημα δεν είναι παρά μια προσπάθεια για να διαμορφωθεί ένας λαός που θα συνομιλεί αποκλειστικά με το κράτος, άρα και ξένος προς την εργατική αυτονομία, τον μόνο δρόμο που οδηγεί στην παγκόσμια χειραφέτηση.

Η ουσία όλων αυτών είναι η ενοχλητική κοινωνική σύνθεση του κινήματος, που είναι υπερβολικά ανομοιογενής.

Πρέπει να το καταπιείτε, φίλοι μου, έχουμε μπει στην εποχή των μη καθαρών εξεγέρσεων. Αντί να λυπάστε που δεν αναδεικνύεται η «τάξη ως τάξη», ίσως να έχετε να κερδίσετε περισσότερα εάν αναρωτηθείτε γιατί υπάρχουν τόσοι εργάτες, ολοένα και περισσότεροι, στους κυκλικούς κόμβους και στις διαδηλώσεις και γιατί διάλεξαν να αγωνιστούν εκεί και όχι στον τόπο εργασίας τους. Και να συνεχίσετε αναλογιζόμενοι τι σημαίνει σήμερα «τόπος εργασίας» και μήπως, όλως τυχαίως, η διαδρομή μέχρι το εργοστάσιο είναι πλέον μέρος του εν λόγω τόπου εργασίας. Γιατί, άραγε, οι εργάτες που βλέπουν τα εργοστάσια να κλείνουν απ’ τη μια μέρα στην άλλη, ανάλογα με τις διακυμάνσεις ενός κεφαλαίου που κυκλοφορεί όλο και πιο γρήγορα, έχουν την τάση να εγκαταλείπουν αυτό που εξακολουθείτε να αποκαλείτε «τόπο παραγωγής» και πάνε να δώσουν αλλού τη μάχη; Μήπως επειδή η «παραγωγή» εκτείνεται πλέον σ’ ολόκληρη την κοινωνία και είναι κάπως βολικό να της προσδίδουμε έναν αποκλειστικό «τόπο»;

Για να αντιληφθούμε όλες τις δυνατότητες αυτού του ανομοιογενούς αναβρασμού χρειάζεται, επίσης, να μετρήσουμε τον σφυγμό της παρουσίας εθνικιστικών, ρατσιστικών και αντισημιτικών στοιχείων στους κόλπους τους κινήματος. Χωρίς να τα παραβλέψουμε ή να τα υποτιμήσουμε, πρέπει να έχουμε συνείδηση του πραγματικού κινδύνου που αποτελούν για το μέλλον, δηλαδή την αναδίπλωση μέρους των δυνάμεών τους σε αντιδραστικές, λαϊκίστικες-εκλογικές μορφές. Γιατί, ακόμη κι αν τα απεχθή ξενοφοβικά και αντισημιτικά φαινόμενα παρέμειναν μεμονωμένα και περιθωριοποιήθηκαν απ’ τις αμέτρητες συλλογικές αντιρατσιστικές ανακοινώσεις, ακόμη κι αν οι οργανωμένες φασιστικές ομάδες δεν πήραν ποτέ, σύμφωνα και με την ίδια την Υπηρεσία Εσωτερικών Πληροφοριών, κυρίαρχη θέση, είναι αλήθεια πως η ψυχή του κινήματος, η επιθυμία δημιουργίας ενός λαού που θα όρθωνε την τεράστια πλειοψηφία ενάντια στις κακές κυβερνήσεις, είναι διφορούμενη. Το ότι στην αρχή τραγουδούσαμε πολύ τη Μασσαλιώτιδα και ότι την τραγουδάμε ακόμα, ανάλογα με τον χώρο και την κατάσταση (πέραν του ότι το κίνημα δημιούργησε και δικά του τραγούδια) μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητό.

Όπως είπε ένα κίτρινο γιλέκο: «Όταν είμαστε απέναντι σ’ έναν μπάτσο, η μόνη μας δύναμη είναι να μείνουμε ενωμένοι και για να μείνουμε ενωμένοι έχουμε ανάγκη να τραγουδήσουμε το μόνο τραγούδι που όλοι ξέρουν». Η αναφορά στη Γαλλική Επανάσταση είναι πράγματι συνολική. Για ποια πολιτεία όμως μιλάμε; Η Μασσαλιώτιδα μπορεί να είναι ο ύμνος της Οικουμενικής Πολιτείας του Ανάχαρσις Κλουτς της οποίας τον ερχομό εύχεται το Temps Critiques σε μια αφίσα του: η πολιτεία όσων επιθυμούν να γίνουν μέλη της, ανεξαρτήτως εθνικότητας. Μπορεί, επίσης, να είναι εκείνο που κυρίως υπήρξε μέσα στην ιστορία: το τραγούδι των δήμιων που έκαναν να χύνεται το βρώμικο αίμα.

Η παγίδα του Δημοψηφίσματος Λαϊκής Πρωτοβουλίας (RIC) μπορεί να επανεμφανιστεί με το ερώτημα: «Ποιος είναι πολίτης;». Όπως κάποιος παρατήρησε: «Πρέπει να θυμήσουμε ότι μοιάζει δύσκολο να βρεθείς σ’ ένα οδόφραγμα ή σε έναν κυκλικό κόμβο δίπλα με έναν “ξένο” που αγωνίζεται μαζί σου ενάντια στη φορολογική αδικία και να του πεις ότι το δημοψήφισμα θα τον αποκλείει!».

Αυτού του είδους η οπισθοδρόμηση μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με την εμβάθυνση και τη ριζοσπαστικοποίηση των πιο θετικών τάσεων. Σ’ αυτό το σημείο, αποδεικνύεται γόνιμη η αντιπαραβολή με τους τελευταίους χρονολογικά αγώνες (οι αγώνες εδαφών ενάντια στα Μεγάλα Έργα, ο αγώνας ενάντια στον εργασιακό νόμο και το φαινόμενο της κεφαλής της πορείας[2]). Τα Κίτρινα Γιλέκα διαφέρουν απ’ τους αγώνες αυτούς ως προς το ότι, εν αντιθέσει μ’ αυτούς, δεν αμφισβητούν ούτε τους τρόπους παραγωγής του πλούτου, ούτε την ίδια τη φύση του πλούτου, αλλά αγωνίζονται σχεδόν αποκλειστικά για τη διανομή του.

Τα Κίτρινα Γιλέκα, η ZAD και οι πολέμιοι του εργασιακού νόμου έχουν, εντούτοις, ένα βασικό κοινό στοιχείο: την άρνηση της εκμετάλλευσης.

Όπως δείχνει ο αγώνας κατά των Μεγάλων Έργων και τα κοινά που έχει με το φαινόμενο της κεφαλής της πορείας (σλόγκαν, συμμετέχοντες, φαντασιακό), η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, η εκμετάλλευση της γυναίκας απ’ τον άντρα και η εκμετάλλευση της φύσης αποτελούν ένα και το αυτό. Είναι η κυριαρχία επί του άλλου για την ιδιοποίηση όσων παράγει, αφήνοντάς του μόνο όσα χρειάζεται για να επιβιώσει σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζει ο κυρίαρχος. Οι κανόνες αυτοί κατασκευάστηκαν με αιώνες πολέμων και ξεριζωμών: διαχωρισμός φύσης-πολιτισμού, επιτήδευση της αντρικής κυριαρχίας, επιβολή του χρόνου εργασίας ως τρόπου μέτρησης της αξίας.

Η κοινωνικότητα που γεννήθηκε στους κυκλικούς κόμβους, η οποία διαφεύγει του χρόνου της οικονομίας και των κοινωνικών ρόλων (των έμφυλων κυρίως), είναι ήδη ένας δρόμος προς την καταπολέμηση των κανόνων αυτών. Επιτρέπει, εξάλλου, την ανταλλαγή εμπειριών προκειμένου να ξεπεραστεί η αντιπαράθεση μεταξύ τέλους του κόσμου και τέλους του μηνιάτικου.

Για να έχουμε χρόνο να βαδίσουμε σ’ αυτόν τον δρόμο, πρέπει να βασιστούμε στα δυνατά σημεία του κινήματος: την υπέροχη αλληλεγγύη του απέναντι στην καταστολή και την πεισματική άρνηση αντιπροσώπευσης (παρά τις αντιπροσωπίες που τα μέσα ενημέρωσης κατασκευαζουν). Αντί να ενδώσουμε στον πειρασμό του Εθνικού, δήθεν, Διαλόγου, του διαλόγου που υποχρεωτικά διεξάγεται με τις αρχές, λες και είναι αυτονόητο ότι τους έχουμε παραχωρήσει το δικαίωμα να αποφασίζουν τελικά για τα πάντα, οφείλουμε να συνεχίσουμε να προχωράμε με τον δικό μας ρυθμό. Να συνεχίσουμε να παίρνουμε τον χρόνο μας. Η ίδια η φύση του γεγονότος μας υποχρεώνει να επανεξετάσουμε τόσο τα εργαλεία στοχασμού όσο και τις προτεραιότητες δράσης αλλά και, γενικότερα, σε επίπεδο ομάδας αλλά και κοινωνίας, τον τρόπο που χρησιμοποιούμε τον χρόνο μας.


[1] [ΣτΜ] Το 1982, ενώ Πρωθυπουργός της Αγγλίας ήταν η Θάτσερ, ξεκίνησε ο Πόλεμος των Φώκλαντ μεταξύ της Αγγλίας και της Αργεντινής με αντικείμενα τα Νησιά Φώκλαντ και τις Νήσους Νότια Γεωργία και Νότιες Σάντουιτς. Η σύγκρουση διήρκησε 74 ημέρες και έληξε με την παράδοση της Αργεντινής. Η κυβέρνηση του Συντηρητικού Κόμματος, ενισχυμένη από το επιτυχές αποτέλεσμα, επανεκλέχθηκε το επόμενο έτος.

[2] [ΣτΜ] Από τις Όρθιες Νύχτες το 2016 και το κίνημα ενάντια στον νέο Εργασιακό νόμο συνέβαινε το εξής πρωτοφανές: στις διαδηλώσεις, τα συνδικάτα και οι αντιπροσωπείες των κομμάτων είχαν εξοστρακιστεί από την κεφαλή της πορείας, την οποία καταλάμβαναν πλέον πολύ αποφασισμένα άτομα που δεν ανήκαν σε καμία οργάνωση.

* Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 181 του ηλεκτρονικού περιοδικού Lundimatin, στις 4 Μαρτίου 2019, με τίτλο «Les gilets jaunes et la nécessité de reprendre le temps». Διαθέσιμο στο: https://lundi.am/Les-gilets-jaunes-et-la-necessite-de-reprendre-le-temps.

Μετάφραση: Χρήστος Καραγιαννάκης

Αφήστε ένα σχόλιο

7 − 2 =