Τραγωδίες των καιρών: τα 4 ΟΧΙ για τη «στάση» της «μπιενάλε» Θεσσαλονίκης

0

Του Ιορδάνη Στυλίδη
αναπληρωτή καθηγητή του τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, συγγραφέα και ακτιβιστή

Φαίνεται, έτσι μου φαίνεται, πως ο αποκλειστικός σκοπός της «τέχνης», «όπως την ξέρουμε», ως σύστημα σχέσεων ιεραρχίας και ελέγχου της σημασίας των προτάσεών της, σε μουσεία και MOMus, είναι να εξουδετερώνει τις εύφορες δυνατές συνειδήσεις, τις πρακτικές και τις διαθέσεις των νέων, κυρίως, ανθρώπων που θα μπορούσαν αλλιώς να συμμετάσχουν στις απαραίτητες και σπουδαίες δράσεις για την κριτική αλλαγή των κοινωνιών τους αλλά και την προστασία άλλων, εγγύς κοινωνιών, που χρειάζονται στοχαστική βοήθεια και αλληλεγγύη. Γι’ αυτό, επιτυχημένα, τέτοια μουσεία και MOMus, εργάζονται σωστά με τις απαραίτητες χρηματοδοτήσεις ασκώντας βία, διατηρώντας τη στοχαστική υποταγή των ανθρώπων, των «καλλιτεχνών», επαληθεύοντας, ενισχύοντας την εγκατεστημένη ισχύ των ιδιότροπων σχέσεων ιεραρχίας καθώς επιχειρούν, ερμηνεύουν και κρίνουν, επιβάλλοντας τη βάρβαρη θέση τους. Επί της ζωής και των υποθέσεων των πολιτών που, απλοί/ες και απλοϊκοί/ές στην πολιτική τους έκφραση, «ζωγραφίζουν», «σμιλεύουν», «κατασκευάζουν κάτι», τραγουδούν «για κάτι», «γράφουν», απορρυθμίζουν χώρους και σχέσεις (στις «επιτελέσεις»), υιοθετούν, περιθάλπουν, συντηρούν τις άσκοπες, ανόητες απόπειρές τους, τροφοδοτώντας την ύπαρξή τους με τον ισχυρότερο ναρκωτικό περιορισμό που διατίθεται δωρεάν. Τη ματαιοδοξία.

Διαβάζω και περιηγούμαι σε χώρους με συνοθυλεύματα έργων όπως και σε συνοθυλεύματα μικρών άστατων κειμένων και πράξεων που επιχειρουν να δικαιολογήσουν τον άσκοπο λόγο των άτακτων συγκεντρωμένων αντικειμένων. Στα μουσεία MOMus. Διαβάζω και περιηγούμαι στις αφελείς και ανόητες απόπειρες συγκρότησης νοήματος που φυσικά, ως επιχείρημα και προοπτική σημασίας, υπολλείπεται, μιμείται, ακρωτηριάζει, υπονομεύει τις λαμπρές κατακτήσεις της πολιτικής φιλοσοφίας, της οικολογίας των κοινωνικών-πολιτικών σχέσεων, τα επιτεύγματα της σκέψης και της παραγωγής που εκφράστηκαν (εκφράζονται) και συνάρπασαν (συναρπάζουν). Τους θριάμβους των οδηγών κειμένων που αναδιάταξαν σωστά τους τρόπους και τις τακτικές της εύφορης, συλλογικής και αλληλέγγυας ζωής.

Ένα μικρό παράδειγμα, μικρό και μεγάλο ταυτόχρονα, είναι το σημείωμα στο τεύχος MOMus, Biennale7-STASIS. Σε αυτό το κείμενο, στη μικρή εισαγωγική του παράγραφο, συσσωρεύεται όλη η στοχαστική απόγνωση, η θεωρητική και πολιτική αδυναμία (ή πονηριά;) των συγγραφέων και εκδοτών του, αν και προτείνουν (τι έκπληξη!) τον «ανα-στοχασμό» ως ερώτημα και τακτική ύφους και ήθους των πράξεων και των πρακτικών τους.

Ας θυμηθούμε τον Όργουελ.

Αποδεικνύεται και ομολογείται «θέλοντας και μη» η επιλογή των μικρών ομάδων και υπο-ομάδων νομής της τοπικής εξουσίας (ανδρών, γυναικών, ποικιλόφυλων [1], δημοσιογράφων!, άλλων!) που διαχειρίζονται ως δυνατοί, δυνατές, ορισμένοι, σταθεροί-σταθερές, μια διακριτή περιοχή εκδηλώσεων άτακτης σκέψης και συνδυασμένων πρακτικών, τη «τέχνη», «όπως την ξέρουμε». Τη θλιβερή μίμηση των κατακτήσεων της σκέψης στην πολιτική φιλοσοφία, την πολιτική οικολογία και οικονομία. Της σκέψης, του λόγου για τον κόσμο. Όπως έχει ήδη διατυπωθεί αρκετά, τα μουσεία, τα MOMus, είναι οι περιοχές περιορισμού, συγκέντρωσης και εξουδετέρωσης, της διάθεσης νέων ανθρώπων να εκφράσουν τη σκέψη τους για τον κόσμο, να αναδυθούν, δηλαδή, στην πολιτική σκέψη και δράση. Με τον αλλοπρόσαλλο και στυγνό τρόπο μιας «εκπαιδευτικής» μεθόδου που εξαναγκάζει, τους/τις εξαναγκάζει, να σπαταλούν χρόνια, να περικλείονται και να υπομένουν τη βία άσκοπων και ανώφελων τεχνικών στα θεσμοθετημένα στρατόπεδα συγκέντρωσης που στην εποχή μας ονομάζονται «Σχολές Καλών Τεχνών» ή όπως αλλιώς τύχει να ονομάζονται. Αμέσως μετά, να εμπλακούν, να μάθουν και να εκφράσουν, να βαφτιστούν και να ακολουθήσουν, να υμνήσουν την υποταγή τους στην αγριότητα της συμπεριφοράς, των τρόπων, την ειδικής αυτής μεθόδου υποταγής στο γενικό ιεραρχικό μοντέλο του καπιταλισμού. Στις οδηγίες, την καθοδήγηση στις τελετές της καθημερινής σύνθλιψης του εαυτού και των σκέψεών τους. Στις προοπτικές διευθύνσεις, στους τρόπους και τις ακολουθίες των τελετών του «χώρου» της «τέχνης» και των διοικητών/τριών της.

Ας θυμηθούμε, με τρόμο, την αγριότητα του OPEN CALL του Κρατικού Μουσείου «τέχνης» λίγα χρόνια πριν. Ας θυμηθούμε, φυσικά, και την αδυναμία έκφρασης οποιασδήποτε αντίρρησης και αντίδρασης από εκείνους και εκείνες τους περιορισμένους και τις περιορισμένες στην περιοχή Limbo [2] της στοχαστικής αδυναμίας τους.

Ας γυρίσω στην παράγραφο του μικρού τεύχους [3]. Περιέχει τέσσερα ερωτήματα που ουσιαστικά είναι πονηρές και αδίστακτες επαληθεύσεις της κατασταλτικής ισχύος των διοικητικών-διευθυντικών δράσεων των προϊσταμένων και υφισταμένων υπαλλήλων τόσο των ιδιωτικών χώρων εξουσίας όσο και των κρατικών MOMus [4] και άλλων. Φυσικά για τα ιδιωτικά συμβάντα «δεν μας πέφτει και λόγος» εφόσον δεν τελούνται «παράνομες πράξεις» αλλά στις χρηματοδοτούμενες από το κράτος ομάδες MOMus οφείλουμε την κριτική, την πολιτική, φιλοσοφική και στοχαστική αντιπαράθεση και απάντηση.

1. Στην πρώτη, ασύντακτη, ερώτηση «Μπορεί μια μπιενάλε(!) να γίνει σημείο(!)… κλιμακούμενης ανισότητας;» [5] η απάντηση είναι όχι.

ΟΧΙ.

Και με αυτή την απάντηση μπορεί να εξουδετερωθεί κάθε απόπειρα και μέθοδος σπατάλης δημοσίου χρήματος, κάθε απόπειρα και μέθοδος υποβιβασμού και εξευτελισμού τόσων νέων ανθρώπων που «περιμένουν στη σειρά» για μια ένδειξη, μια απόφαση, ένα σημείωμα, ένα τηλεφώνημα, που θα τους/τις «βάλει στη θέση τους», θα τους παρουσιάσει στο κοινό κατα τη διάρκεια μικρο-εκδηλώσεων (52-63 άτομα) ως «άξιους» και «άξιες» συνομιλητές και συνομιλήτριες με τα σημαντικά ζητήματα και επιτεύγματα της θεωρίας και των πράξεων-πρακτικών της πολιτικής θεωρίας, των δράσεων κριτικής διαμόρφωσης νέων τρόπων και θεσμών για την εύφορη και αλληλέγγυα συλλογική ζωή. Η MOMus μπιενάλε μιμείται και μυρηκάζει, δεν μπορεί να αποδώσει και να δώσει το παραμικρό κοινωνικό κέρδος διότι, έχουμε μάθει στους προηγούμενους αιώνες (αιώνες..!) πως, η ιδεολογική αφύπνιση και η επαναστατική δράση προκαλείται και ορίζεται από τα κείμενα (που ήδη έχουμε και ελέγχουμε κριτικά), τις πρακτικές της δημόσιας δράσης και αντιπαράθεσης (που ήδη έχουμε παραδείγματα, οδηγίες, πρακτικά των επιτευγμάτων), τον χυμό (το αίμα) των ανθρώπων που έπεσαν διεκδικώντας τον σκοπό τους, την Ιστορία των διεκδικήσεων (σε κείμενο και βίντεο), την ιστορία της κριτικής και ανασύστασης της πολιτικής θεωρίας και φιλοσοφίας, καθώς οι κοινωνίες διαφοροποιουνται και εξελίσσονται ορίζοντας και εγκαθιδρύοντας το πολιτικό περιεχόμενό τους.

Τι άλλο μπορούν να «μας πουν οι καλλιτέχνες» («καλλιτέχνισες»); Οι αόριστοι/ες πένητες υπήκοοι της πολιτικής αστάθειάς τους; Πόσα πολλά από τα επιτεύγματα της σκέψης και δράσης θα μηρυκάσουν; Ας σκεφτούμε για λίγο ένα παράδειγμα: το πού και πώς έδρασαν οι «μεγάλοι» τεχνίτες της «θρησκευτικής και κοσμικής τέχνης» [6] που διασώζουμε και χρησιμοποιούμε, πλέον, σωστά τα έργα τους, ως προϊόντα-εκθέματα της βιομηχανίας θεάματος που περικλείεται και εξαντλείται στα μουσεία, σαν τα MOMus και άλλα. Ας στενοχωρηθούμε, αν μπορούμε, για την πλήρη υποταγή της διάθεσής τους στην ισχύ της κοσμικής και θρησκευτικής εξουσίας που μεταμόρφωσε, μετασχημάτισε τη θέλησή τους, τους οδήγησε, τους αιχμαλώτισε, τους υπέταξε στη θέση του τεχνίτη και τεχνικού διαφήμισης της ιδεολογικής παραφροσύνης, της ακράτητης βίας των καιρών τους.

2. Στη δεύτερη ερώτηση (που είναι γραμμένη με λάθος σύνταξη) «Να εξετάσει από κριτική… τον πλανήτη;» [7] η απάντηση είναι όχι.

ΟΧΙ.

Με αυτή, σε αυτή τη φράση-ερώτηση αποκαλύπτεται η ευκολία, το θράσος, η αφέλεια, η επικίνδυνη απόπειρα, της δημόσιας απεύθυνσης μιας ερώτησης χωρίς νόημα και σκοπό. Πού είναι το σημείο θέασης, το σημείο απεύθυνσης κριτικής για τον «κόσμο» (και τον πλανήτη..!, η «μοδάτη» πρόσθεση!), αν δεν είναι ΜΕΣΑ στον «κόσμο»; Ποιος, ποια και ποιοι/ποιες θα ασκήσουν, ήδη ασκημένοι και ασκημένες στη σκέψη για την πολιτική θεωρία, τη φιλοσοφία και την ιστορία της εξέλιξης των κοινωνιών, ήδη εκπαιδευμένοι και εκπαιδευμένες στην ανίχνευση, τον εντοπισμό, την καταγραφή και τη θεωρητική απόδειξη των ευρημάτων, αυτή την κριτική; Έως τώρα, έως σήμερα, τέτοιες πρακτικές, μέθοδοι και τυπικά δράσης προέρχονται και εκτελούνται από σωστά εκπαιδευμένους/ες ακτιβιστές των σχολών Φιλοσοφίας, Κοινωνιολογίας, Ιστορίας που δοκιμάζουν και δοκιμάζονται στην έρευνα και τη συγγραφή των αποτελεσμάτων, κάθε αποτελέσματος, όλων των αποτελεσμάτων, σε κείμενα, βιβλία, δοκίμια, σημειώματα, ελεύθερα διαθέσιμα στο ψηφιακό συνεχές.

Η «τέχνη» τους, αυτή η σημαντική Τέχνη της κριτικής αναγνώρισης και αποτίμησης, του ελέγχου και της ανακοίνωσης νέων εύπλαστων ή συμπαγών συστημάτων σκέψης ορίζει και καθορίζει τις τάσεις της κοινωνικής αλλαγής καθώς διασπείρεται ελεύθερα, δημοκρατικά, ως κείμενο, βίντεο (οπτικοποιημένο αφήγημα) συζήτηση, διάλεξη, μάθημα, πρακτική ακτιβισμού σε ολόκληρο τον πλανήτη. Δεν είναι ούτε μπορεί να είναι, δεν κατοικεί ούτε εκδίδεται στα εσωτερικά των κτηρίων-μαυσωλείων της άστατης και άχρηστης σκέψης (τα MOMus), σκέψης και τελετών για 5-6 και άλλους, γιατί όχι 345, που συναντιούνται και περιηγούν τους εαυτούς τους και τους θλιβερούς διαλόγους τους μια φορά το μήνα. Τα κινήματα ενδιαφέροντος και κριτικής για «τον πλανήτη» οδηγούν τη νέα μεγάλη μόδα στις δυτικές κοινωνίες, τη νέα διασκέδαση (απόσπαση της προσοχής από τα ουσιαστικά) των αδιαμόρφωτων πολιτικά «πολιτών» βρίσκονται στους δρόμους, δεν μαζεύονται την Κυριακή το πρωι (ίσως και την Τρίτη το απόγευμα!) για να διακοσμήσουν την ημέρα τους κατασπαράσσοντας, ρημάζοντας, ιδεολογίες, προθέσεις, διδάγματα, θεραπεύοντας ελάχιστα την τόση δα άτυπη παραφροσύνη τους. Γιατί πρέπει να σπαταληθεί τόσο χρήμα (54 εργάτες και εργάτριες που «κάτι θέλουν να πουν», μεταφορές έργων, εργασία, διοικητικά, άλλα έξοδα, εισιτήρια, διαμονές) στην επαλήθευση μιας ερώτησης που η απάντησή της είναι μονολεκτική και βεβαία. Δοκιμάζεται ήδη σε όλον τον πλανήτη (για τον πλανήτη ενδιαφέρεται το MOMus;) και εδράζεται, όπως έξοχα σημειώνεται στις σκέψεις για την Απο-Ανάπτυξη και την Άμεση δημοκρατία [8], στην οικονομία των μέσων αλλά και στην οικονομία ως φιλοσοφικής συνθήκης, ιδεώδους σχέσης με το περιβάλλον.

3. Στην τρίτη ερώτηση: «Μπορεί να γεφυρώσει… τη σύγχρονη τέχνη;» [9] η απάντηση είναι όχι.

ΟΧΙ.

Και γι’ αυτό, γι’ αυτό το ΟΧΙ, θα πρέπει να εγκαταληφθεί η ιδέα αυτής της σπάταλης και άσκοπης διοργάνωσης χωρίς κανένα ενδιαφέρον και σκοπό, ως αυθαίρετη, άστατη σχέση σημασίας, αδύναμη και αίωλη αντ-απόδειξη του ζητήματός της. Να ζητηθούν εξηγήσεις και να επιβληθούν οι ανάλογες ποινές και τα μαρτύρια όταν φτάσουμε στον δημόσιο έλεγχό της. Η ερώτηση, φυσικά, δεν έχει επιμεληθεί κριτικά πριν δημοσιευτεί. Αν είχε γίνει η στοιχειώδης επιμέλεια, ο λογικός έλεγχος, θα χρειαζόταν να ανασκαφεί και να ερμηνευτεί εκ νέου η ιστορία και η πορεία της γλώσσας, των λέξεων, των νοημάτων τους καθώς γεννιούνται και εξελίσσονται στην Ιστορία.

Ο θεατής δεν έχει και δεν μπορεί να έχει κριτική και λογική σύνδεση με τη σύγχρονη έκφραση σκέψης και τα παραδείγματά της, την ύλη, τα αντικείμενα με τα οποία συναντιέται και αντιμετωπίζει. Γι’ αυτό είναι θεατής (ο/η). Δεν είναι ο/η επισκέπτης μιας γνωστικής περιοχής, μιας παραγράφου που το νόημά της άλλαξε τον κόσμο, μιας σωστά διατυπωμένης ιδέας που ρύθμισε για λίγο ή περισσότερο μια ή αλλεπάλληλες εφήμερες συναντήσεις ανθρώπων και τους οδήγησε στην απόπειρα να αναδιατάξουν το άμεσο ή πλήρες στις σχέσεις τους περιβάλλον. Δεν είναι ο/η κριτικός αναγνώστης και περιηγητής στο τοπίο του ορισμένου από το αντικείμενο μπροστά του, πεδίου διερεύνησης και ανάδυσης νοήματος, ελέγχου, συζήτησης, ενδελεχούς διάλυσης και συμπύκνωσης της σκέψης, που πρόκειται να τον/την οδηγήσει στη γενναία πρόταση για την πραγματικότητα. Θεατές/τριες είναι οι αδοκίμαστοι και άτακτοι εργαζόμενοι/ες των MOMus καθώς, ως θεατές/τριες, φέρουν, αναφέρουν και επαναφέρουν ξανά και ξανά ερωτήματα, εκθέσεις, αντικείμενα, γεμίζοντας, πλημμυρίζοντας τα χρόνια τους, τις ζωές τους με ανωφελή, άσκοπα ερωτήματα που ήδη έχουν απαντηθεί, ήδη έχουν κριθεί, ήδη έχουν ρυθμίσει τον τρόπο και τον σκοπό των κοινωνιών στις οποίες αναφέρονται ως τελευταίοι και τελευταίες που «πήραν είδηση τι γίνεται» αλλά δεν μπορούν να ακολουθήσουν.

Τα σημαντικά, τα μεγαλύτερα έργα Τέχνης, έτσι ή αλλιώς, είναι τα κείμενα [η «Βίβλος» (διάφοροι συγγραφείς και επανεγγραφείς), το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» (Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Έγκελς), τα «Αποφθέγματα του προέδρου Μάο» (Μάο ΤσεΤουγκ), η «Καταγωγή των ειδών και η φυσική επιλογή» (Κάρολος Δαρβίνος)]. Είναι οι πολιτικές πρακτικές στους δρόμους, οι διεκδικήσεις των πολιτικών δικαιωμάτων, η αλληλεγγύη στους λαούς που ρημάζονται και εξαντλούν τους εαυτούς τους σε ερήμους, θάλασσες και βουνά, η βεβαία συμφωνία χιλιάδων ανθρώπων, επιστημόνων και μηχανικών, ώστε να κατασκευάσουν το ευφυέστερο μικροσκόπιο όλων των εποχών, τη μηχανή CERN, τον κινητήρα jet, τη μηχανή space shuttle. Να υπερασπίσουν και να διαδώσουν τις ιδέες για την τοπικοποίηση, τη φιλοσοφία της οικονομίας της απο-ανάπτυξης, τις ιδέες για τη συλλογική αναζήτηση του κοινόχρηστου σκοπού, των σκοπών για τη ζωή, την ειρήνη, το ενδιαφέρον, τη μέριμνα, τη γενναία αντιμετώπιση του θανάτου, την απόλυση του εαυτού στην κοινότητά του, στον κόσμο των έκτακτων υποθέσεων και των συλλογικών διαθέσεών του.

Η άσκοπη και άλαλη παράθεση συνοθυλευμάτων αντικειμένων δεν μπορεί να διδάξει, δεν μπορεί να ορίσει καμμία απολύτως σχέση με την υπόθεση της ζωής, των πράξεων υπεράσπισης και εξέλιξής της.

4. Στο τέταρτο τραγικό ερώτημα: «Μπορεί να υπερβεί…  θεσμούς και κανόνες;» [10] η απάντηση είναι όχι.

ΟΧΙ.

Γιατί η θετική απάντηση δεν θα ήταν μια απάντηση αλλά το σήμα, η εκκίνηση της ακαριαίας εκκαθάρισης των τεχνικών επιβολής της θεσμοποιημένης βίας (μουσεία «τεχνών», εκθέσεις «τέχνης», περιοδικά «τέχνης» ιδρύματα, οργανισμοί, άτυπες ομάδες επιρροής) υποταγής και εξευτελισμού της ζωής εκατοντάδων ανθρώπων που επιχειρούν, αφρόντιστοι και αφρόντιστες ιδεολογικά και αισθητικά, φιλοσοφικά και πολιτικά, να «πάρουν μια θέση».

Ας θυμηθούμε την τραγική, σκοτεινή, στιγμή του OPEN CALL αλλά και τους κανιβαλισμούς της μεταχείρισης του προσφυγικού ζητήματος ως θέματος και «αισθητικού» θεαματικού προϊόντος.

Την εκκαθάριση των αιθουσών, των αποθηκών, των ψηφιακών ιχνών, του άσκοπου ιεραρχημένου τρόπου που συντηρείται και θεραπεύεται, από γενιά σε γενιά, ως λάφυρο και δώρο, ως δείγμα και σημάδι, εξουσίας και κυριαρχίας επί των υποθέσεων μιας από τις θεσμικές υπεργολαβίες (παραγωγή, αγορά, εκπαίδευση, επικοινωνία) διαχείρισης της ιδέας της συγκρότησης των σύγχρονων δυτικών, όπως λέγονται, κοινωνιών. Γίνεται αποδεκτό και ανακοινώνεται χυδαία πως υπάρχουν «αυτάρεσκες επιμελητείες», θεσμοί, υπηρεσίες και «υπηρέτες/υπηρέτριες» θεσμών που περιφρονούν τις ιδέες και τις κατακτήσεις της δημοκρατίας, των αρχών της ισότητας στις ευκαιρίες, της δικαιοσύνης των συζητήσεων και των δημοσίων γυμνασμάτων στη σκέψη, τις ανακοινώσεις με κείμενα και αντικείμενα-πράξεις, πρακτικές (πίνακες, γλυπτά, εικόνες, επιτελέσεις) των ιδεών για τον κόσμο. Τις διορθώσεις, τις μεταβολές, τη μαθητεία στις συλλογικές ανιχνεύσεις και το μοίρασμα του κέρδους στους εργάτες και τις εργάτριες, πολιτικούς ακτιβιστές, χειριστές και γραφείς συνθημάτων στο σώμα των πόλεων, μετόχους και ρυθμιστές/τριες των διαδηλώσεων που αναζήτησαν τη θέση και την ταυτότητά τους, όρισαν τον χρόνο της σημασίας και μοίρασαν σωστά το όφελος.

Η αφελής, επίσης, πρόσθεση σε αυτή την ερώτηση για το «άγγιγμα της ουσίας της πολιτικής» προκαλεί την θυμηδία, τη θλίψη, την οργή για τον τρόπο και το θράσος των απαίδευτων και επικίνδυνων στη σκέψη και τις πρακτικές τους ανθρώπων να θέλουν να «αγγίξουν την ουσία της πολιτικής». Ρημάζοντας τα νοήματα και τις σημασίες τους, θεωρώντας πως αυτή η «αναζήτηση», τα δημόσια συλλογικά εις ίσον κέρδη της, μπορούν ποτέ να περιέχονται και να ευτελίζονται στο μήκος μιας γραμμής κειμένου, την τυποποιημένη ανακοίνωση ενός απαράδεκτου, πια, συμβάντος (μία ακόμη μπιενάλε, μια ακόμη συσσώρευση συλλογής, μια ακόμη συνάντηση, μια ακόμη τελετή αρίστων και μια ακόμη απόδειξη αποτυχίας για όσους και όσες «περιμένουν στην είσοδο»).

Φυσικά, η ουσία της πολιτικής ανιχνεύεται, διακυβεύεται, κερδίζεται και χάνεται, στο εσωτερικό δεκάδων ομάδων συζητήσεων, ακτιβισμού, επεμβάσεων, υπερασπίσεων του δημοσίου χώρου, εισχώρησης και αποχώρησης στην πολιτική σκηνή αλλά και στις περιφέρειες των εκφράσεών της, στις περιμέτρους και τα όριά της. Εκεί, γι’ αυτό, ακτινοβολούν, εξελίσσονται, ολοκληρώνονται, ανασυστήνονται πάλι και πάλι τα έργα τέχνης και εκεί κερδίζεται και διανέμεται εις ίσον το πολιτικό, φιλοσοφικό, αισθητικό όφελός τους.

Θα αφήσουμε αυτές τις μικρές ομάδες ασύμμετρης βίας επί των σχέσεων και των σκοπών να κοροϊδεύουν, να προσβάλλουν τη σκέψη (μας) παρουσιάζοντας φράσεις όπως η φράση: «τα ερωτήματα είναι ίσως (ίσως;) αρκετά (αρκετά;) αλλά δεν “περισσεύει κανένα”» ή θα μπορέσουμε να εξουδετερώσουμε την ύπαρξή τους; Ναι, θα το κάνουμε. Θα συνεχίσουμε να γράφουμε, να συζητάμε, να δωρίζουμε και να κρίνουμε τις προτάσεις. Θα συνεχίσουμε να ανακοινώνουμε τις προθέσεις μας, να συναντιόμαστε, να περιμένουμε. Η βία που εκλύεται από τις πρακτικές και τις μεθόδους των μουσείων MOMus συσσωρεύεται και κατακλύζει τους χώρους τους. Από αυτή τη βία, τη δική τους βία, θα εξουδετερωθούν.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]. ΠΟΙΚΙΛΟΦΥΛΟΣ, ή ΠΟΙΚΙΛΟΦΙΛΟΣ (ι,υ) Πρόταση νέα λέξης και έννοιας για τους ανθρώπους (και τις πράξεις τους) που εξερευνούν τα όρια των ταυτοτήτων τους, που θέλουν και δεν θέλουν, που έχουν ήδη ελκυστεί και παραμένουν στην κατάσταση LIMBO, τη θέση αέναης αναμονής της εκδήλωσης και της ακαριαίας απόρριψης, όπως προτείνεται από τον Γεώργιο Αγκάμπεν στο βιβλίο του Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ.

[2]. Limbo: η θέση του εαυτού, της συνείδησης, σε εκκρεμότητα. Ώστε να μην μπορεί να διαμορφώσει δι’ ολίγον ή περισσότερο, γνώμη, να ορίσει τη στάση του, να υπερασπίσει την προσπάθεια και το αποτέλεσμα του στοχασμού του, του κόπου. Τη σημασία των πράξεών του/της.

[3]. ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ: ΣΤΑΣΗ, ΜΠΙΕΝΑΛΕ 7 (γενική έκθεση, δηλαδή). Μικρό τεύχος με οδηγίες και σημειώματα. Αναφορές και βιογραφικά. Στην τοπική γλώσσα και στην αγγλική. Περιλαμβάνει πλήρη κατάλογο των χειριστών του νοήματος της εκδήλωσης.

[4]. MOMus: Μητροπολιτικός Οργανισμός Μουσείων «εικαστικών» τεχνών Θεσσαλονίκης. Διοικητικό Συμβούλιο, Μέλη, Εφορεία, Διευθυντές και διευθύντριες, Αναπληρωτές, Διοικητικοί (ή διοικητές)

[5]. Μπορεί μια μπιενάλε να γίνει σημείο(!) στάσης και αφετηρία(!) αναστοχασμού για τα καίρια ζητήματα των σύγχρονων κοινωνιών(!) οι οποίες αναπτύσσονται σε συνθήκες επιτάχυνσης(!) και κλιμακούμενης(!) ανισότητας;  (θαυμαστικά από τον συγγραφέα της κριτικής)

[6]. Οι «μεγάλοι» τεχνίτες: Ο Μιχαήλ Άγγελος, ο Λεονάρδος ντα Βίντσι, ο Ντύρερ, ο Ραφαήλ, ο Αντζέλικο, ο Ντε λα Φρανσέσκα, ο Μαντένια, ο Κόζιμο… και άλλοι υποταγμένοι διαφημιστές της ισχύος των σύγχρονων θεσμών τους.

[7]. Να εξετάσει από κριτική απόσταση(!) τη στάση του ανθρώπου απέναντι(!) στον κόσμο και τον πλανήτη;

[8]. Για την απο-ανάπτυξη και την άμεση δημοκρατία εργάζονται και συνεργάζονται πολλές ομάδες στη χώρα. Επιτηρούν, παρατηρούν και οργανώνουν τακτικές απαντήσεων, διαμορφώνουν υπόβαθρα δράσεων και επιμελητείας του χώρου και του χρόνου των κοινωνιών τους, υπερασπίζουν τον στοχασμό, την κοινή και μεριστή σκέψη. Δρούν τεχνικά και καλλιτεχνικά στο κέντρο της πραγματικότητάς τους. Διαθέτοντας τις ιδέες για την Τοπικοποίηση, τη φιλοσοφία της Οικονομίας, την κριτική της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της θεαματικής κοινωνίας.

[9]. Μπορεί να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στον/στην θεατή και τη σύγχρονη τέχνη;

[10]. Μπορεί να υπερβεί(!) την επιμελητική και θεσμική αυταρέσκεια(!) και να αγγίξει την ουσία της πολιτικής(!) και της καθημερινότητας, να ξαναδεί την καλλιτεχνική πράξη ως συνθήκη εργασίας(!) μέσα ή έξω από θεσμούς και κανόνες;

Αφήστε ένα σχόλιο

7 + three =